Το έργο


Παρίσι, 1913

Ψυχιατρική κλινική της Ville Evrard.

Η ψυχίατρος Constance Pascal αποφασίζει να αναλάβει την υπόθεση της Camille Claudel  η οποία  έχει μεταφερθεί εκεί παρά τη θέληση της από την οικογένεια της,  κατηγορούμενη για σοβαρή ψυχική διαταραχή.  Μέσα από τις συναντήσεις τους ξετυλίγονται  οι αντισυμβατικές ζωές των δύο γυναικών και αναπτύσσεται ένας ισχυρός δεσμός που  ξεπερνά τη σχέση γιατρού ασθενή.

Παρά τις προσπάθειες της γιατρού να ανακαλύψει τα αίτια της καταδιωκτικής μανίας της Camille και παρά τη σταδιακή βελτίωση της ψυχικής υγείας της σπουδαίας γλύπτριας, η Constance θα έρθει αντιμέτωπη μ’ ένα ολόκληρο σύστημα που καταδικάζει σε εγκλεισμό και απομόνωση τα άτομα που διεκδικούν το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης και επιλογής.

Η Camille και η Constance διεκδίκησαν το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής πέρα από τους ηθικούς κανόνες και τα πρέπει της εποχής και πλήρωσαν ακριβά το τίμημα της διαφορετικότητάς τους.

Η Camille τιμωρήθηκε από την οικογένειά της με τον πρωτοφανή εγκλεισμό της για τριάντα χρόνια στο ψυχιατρικό άσυλο και η Constance έζησε μια διπλή  ζωή βυθισμένη στο φόβο, στα ψέματα και στην αγωνία.

 

“Είναι ένα όνειρο που επαναλαμβάνεται εδώ και χρόνια.

Ονειρεύομαι πως είμαι νύφη. Φορώ ένα ολόλευκο, βαρύ νυφικό. Κάνει αφόρητη ζέστη και αισθάνομαι τη θερμοκρασία του σώματός μου ν’ ανεβαίνει.  Σχεδόν καίω. Το φόρεμα κολλάει πάνω μου σαν ξένο σώμα και με βαραίνει. Περιμένω μόνη σ’ έναν άδειο δρόμο, δεν υπάρχει κανείς τριγύρω, δεν υπάρχει τίποτα, ούτε κτήρια, ούτε άνθρωποι. Μόνο εγώ και απόλυτη ησυχία.

Ξαφνικά εμφανίζεται ένας γάτος από το πουθενά.  Είναι μαύρος και βρόμικος, με τεράστια πράσινα μάτια. Με κοιτάει επίμονα. Έρχεται προς το μέρος μου. Θέλει να τριφτεί πάνω μου. Προσπαθώ να τον διώξω, φοβάμαι ότι θα λερώσει το φουστάνι μου, ιδρώνω συνεχώς. Ο γάτος επιμένει, τον κλοτσώ δυνατά σαν μπάλα στην προσπάθειά μου να σταματήσει να τρίβεται πάνω μου. Τον σκοτώνω άθελά μου. Αισθάνομαι απαίσια, δεν ήθελα να το κάνω.

Νιώθω μια περίεργη υγρασία χαμηλά στο φόρεμά μου. Κοιτάζω και βλέπω μια μικρή κηλίδα αίματος ανάμεσα στα πόδια μου. Η κηλίδα μεγαλώνει όλο και πιο πολύ,  ποτίζοντας σιγά σιγά ολόκληρο το λευκό νυφικό μου. Γίνεται ποτάμι, ουρλιάζω, δε μ’ ακούει κανείς.  Ξυπνάω.  Η αγωνία αυτή πάντα με ξυπνά”.

Καμίλ Κλοντέλ.
Απόσπασμα από το θεατρικό έργο Camille Claudel: Mudness του Γιάννη Λασπιά.